Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to launder
01
πλένω, καθαρίζω και σιδερώνω
to wash, clean, and iron clothes and linens
Transitive: to launder clothes and linens
Παραδείγματα
She laundered her clothes before packing for the trip.
Αυτή έπλυνε τα ρούχα της πριν από τη συσκευασία για το ταξίδι.
02
ξεπλένω, νομιμοποιώ
to make some alterations in order to make something that has been obtained illegally, especially money and currency appear legal or acceptable
Transitive: to launder money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
launder
γ΄ ενικό πρόσωπο
launders
ενεστώτα μετοχή
laundering
απλός αόριστος
laundered
παθητική μετοχή
laundered
Παραδείγματα
They used various offshore accounts to launder the stolen funds.
Χρησιμοποίησαν διάφορους υπεράκτιους λογαριασμούς για να ξεπλύνουν τα κλεμμένα κεφάλαια.
Λεξικό Δέντρο
laundering
launder



























