laundress
laund
ˈlɔ:nd
lawnd
ress
rɪs
ris
Landrace

Ορισμός και σημασία του "laundress"στα αγγλικά

01

πλύστρα, σιδερώστρα

a woman whose job is to wash and iron clothes and household linens 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
laundresses
αρσενικό ενικό
laundryman
θηλυκό ενικό
laundress
neutral form
laundry worker
Παραδείγματα
Mrs. Smith hired a laundress to help with the laundry and keep the household linens clean and tidy. 

Η κυρία Σμιθ προσέλαβε μια πλύστρα για να βοηθήσει με το πλύσιμο και να διατηρεί τα οικιακά λευκά καθαρά και τακτοποιημένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store