Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absurdity
01
παραλογισμός
a message whose content is at variance with reason
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absurdities
02
παραλογισμός, ανοησία
the quality of being wildly unreasonable or ridiculous
Παραδείγματα
The absurdity of his plan became obvious within minutes.
Η παραλογισμός του σχεδίου του έγινε προφανής μέσα σε λίγα λεπτά.
Λεξικό Δέντρο
absurdity
absurd



























