Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absurdity
01
παραλογισμός
a message whose content is at variance with reason
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absurdities
02
παραλογισμός, ανοησία
the quality of being wildly unreasonable or ridiculous
Παραδείγματα
The absurdity of the idea made it hard to take seriously.
Η παραλογικότητα της ιδέας την έκανε δύσκολο να ληφθεί στα σοβαρά.
Λεξικό Δέντρο
absurdity
absurd



























