absurdity
ab
əb
ēb
sur
ˈsɜ:
di
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "absurdity"στα αγγλικά

01

παραλογισμός

a message whose content is at variance with reason 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absurdities
02

παραλογισμός, ανοησία

the quality of being wildly unreasonable or ridiculous 
Παραδείγματα
The absurdity of his plan became obvious within minutes. 

Η παραλογισμός του σχεδίου του έγινε προφανής μέσα σε λίγα λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store