Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absurd
01
παράλογος, γελοίος
so unreasonable or illogical that it provokes disbelief or laughter
Παραδείγματα
The idea of a pineapple pizza might sound absurd to some, but it's actually quite popular.
Η ιδέα μιας πίτσας με ανανά μπορεί να ακούγεται παράλογη για μερικούς, αλλά στην πραγματικότητα είναι αρκετά δημοφιλής.
02
παράλογος, ανούσιος
having an illogical or unreasonable nature
Παραδείγματα
He felt like he was living an absurd existence, caught in a cycle of pointless tasks.
Αισθανόταν σαν να ζούσε μια παράλογη ύπαρξη, παγιδευμένος σε έναν κύκλο άσκοπων εργασιών.
2.1
παράλογος, γελοίος
(of art) having illogical or unconventional elements that challenge norms
Παραδείγματα
Absurd art makes a statement by rejecting conventional meaning.
Η παράλογη τέχνη κάνει μια δήλωση απορρίπτοντας τη συμβατική σημασία.
Absurd
Παραδείγματα
The play focuses on the absurd of human existence.
Το έργο επικεντρώνεται στο παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Λεξικό Δέντρο
absurdly
absurdness
absurd



























