Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrogantly
01
αλαζονικά, με αλαζονεία
in a manner characterized by a sense of superiority and pride
Παραδείγματα
Even in defeat, the team captain left the field arrogantly, unwilling to acknowledge the opponents' success.
Ακόμα και στην ήττα, ο αρχηγός της ομάδας άφησε το γήπεδο αλαζονικά, δεν ήθελε να αναγνωρίσει την επιτυχία των αντιπάλων.
Λεξικό Δέντρο
arrogantly
arrogant
arrog



























