arrogant
Pronunciation
/ˈɛɹəɡənt/

Ορισμός και σημασία του "arrogant"στα αγγλικά

01

αλαζονικός, υπεροπτικός

showing a proud, unpleasant attitude toward others and having an exaggerated sense of self-importance
arrogant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arrogant
συγκριτικός βαθμός
more arrogant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's CEO was known for his arrogant behavior, which created a toxic work environment.
Ο CEO της εταιρείας ήταν γνωστός για την αλαζονική του συμπεριφορά, η οποία δημιούργησε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store