lasting
las
ˈlɑ:s
laas
ting
tɪng
ting
lashinglisting

Ορισμός και σημασία του "lasting"στα αγγλικά

01

διαρκής, μόνιμος

continuing or enduring for a long time, without significant changes 
lasting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lasting
συγκριτικός βαθμός
more lasting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The effects of the medication were lasting, providing relief for several hours after taking it. 

Τα αποτελέσματα του φαρμάκου ήταν διαρκή, παρέχοντας ανακούφιση για αρκετές ώρες μετά τη λήψη του.

Λεξικό Δέντρο

lastingly
lastingness
lasting
last
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store