to arrive
a
ə
ē
rrive
ˈraɪv
raiv
strivethriveunliverevive

Ορισμός και σημασία του "arrive"στα αγγλικά

to arrive
01

φτάνω, καταφθάνω

to reach a location, particularly as an end to a journey 
Intransitive: to arrive somewhere
to arrive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
arrive
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrives
ενεστώτα μετοχή
arriving
απλός αόριστος
arrived
παθητική μετοχή
arrived
Παραδείγματα
After a long flight, we finally arrived in Paris. 

Μετά από μια μεγάλη πτήση, τελικά φτάσαμε στο Παρίσι.

02

φτάνω, συμβαίνω

to come into occurrence at a specific time 
Intransitive: to arrive | to arrive point in time
Παραδείγματα
The deadline for the project arrived sooner than expected, creating a rush to complete it. 

Η προθεσμία του έργου έφτασε νωρίτερα από το αναμενόμενο, δημιουργώντας μια βιασύνη για την ολοκλήρωσή του.

03

κατορθώνω, αποκτώ αναγνώριση

to achieve success, recognition, or a notable position 
Intransitive
Παραδείγματα
After years of hard work and dedication, the talented artist finally arrived in the art world. 

Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης, ο ταλαντούχος καλλιτέχνης τελικά έφτασε στον κόσμο της τέχνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store