arrhythmic
arrh
ˈər
ēr
yth
ɪð
idh
mic
mɪk
mik

Ορισμός και σημασία του "arrhythmic"στα αγγλικά

arrhythmic
01

αρρυθμικός, ακανόνιστος

pertaining to an irregular heartbeat 
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient exhibited arrhythmic heartbeats on the monitor. 

Ο ασθενής παρουσίασε αρρυθμικές καρδιακές παλμές στην οθόνη.

02

αρρυθμικός, ανοργάνωτος

lacking a consistent pattern, beat, or flow 
Παραδείγματα
The dancer's movements were arrhythmic and awkward. 

Οι κινήσεις του χορευτή ήταν αρρύθμιστες και αδέξιες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store