Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrhythmic
01
αρρυθμικός, ακανόνιστος
pertaining to an irregular heartbeat
Παραδείγματα
The ECG showed arrhythmic patterns in the cardiac cycle.
Το ΗΚG έδειξε αρρυθμικά μοτίβα στον καρδιακό κύκλο.
02
αρρυθμικός, ανοργάνωτος
lacking a consistent pattern, beat, or flow
Παραδείγματα
The drumming was intentionally arrhythmic for dramatic effect.
Το τύμπανο ήταν σκόπιμα αρρυθμικό για δραματικό εφέ.



























