lascivious
Pronunciation
/ɫəˈsɪviəs/

Ορισμός και σημασία του "lascivious"στα αγγλικά

lascivious
01

λαγνευτικός, αισχρός

experiencing or displaying an intense sexual interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lascivious
συγκριτικός βαθμός
more lascivious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The character ’s lascivious actions were pivotal to the plot's conflict.
Οι λημνώδεις πράξεις του χαρακτήρα ήταν καθοριστικές για τη σύγκρουση της πλοκής.

Λεξικό Δέντρο

lasciviously
lasciviousness
lascivious
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store