Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lascivious
01
λαγνευτικός, αισχρός
experiencing or displaying an intense sexual interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lascivious
συγκριτικός βαθμός
more lascivious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, sexuality, morality
Παραδείγματα
He was known for his lascivious behavior at parties.
Ήταν γνωστός για τη λημερή του συμπεριφορά στα πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lasciviously
lasciviousness
lascivious



























