Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laryngoscopy
01
λαρυγγοσκόπηση, εξέταση του λάρυγγα
a diagnostic procedure that involves examining the larynx with a laryngoscope to assess health and function
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laryngoscopies



























