larynx
la
ˈlæ
rynx
rɪnks
rinks
pharynx
larynges

Ορισμός και σημασία του "larynx"στα αγγλικά

01

λάρυγγας, φωνητικό κουτί

(anatomy) the hollow organ in the throat that contains the vocal cords and provides an air passage to the lungs 
larynx definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
larynges
Παραδείγματα
The larynx, commonly known as the voice box, is located at the top of the trachea and houses the vocal cords. 

Ο λάρυγγας, γνωστός και ως φωνητική θήκη, βρίσκεται στην κορυφή της τραχείας και φιλοξενεί τις φωνητικές χορδές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store