Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laryngitis
01
λαρυγγίτιδα, φλεγμονή του λάρυγγα
a severe medical condition during which voice cords in one's voice box become painful and swollen, often resulting in loss of the voice or having difficulty breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























