large-scale
large
lɑ:ʤ
laaj
scale
skeɪl
skeil

Ορισμός και σημασία του "large-scale"στα αγγλικά

large-scale
01

μεγάλης κλίμακας, ευρείας κλίμακας

involving a significant numbers of people or a vast area 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most large-scale
συγκριτικός βαθμός
more large-scale
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company launched a large-scale marketing campaign to reach a global audience. 

Η εταιρεία ξεκίνησε μια μεγάλης κλίμακας καμπάνια μάρκετινγκ για να φτάσει σε ένα παγκόσμιο κοινό.

02

μεγάλης κλίμακας, μεγάλου μεγέθους

constructed or drawn to a big scale 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store