larder
lar
ˈlɑ:
laa
der
landerladderlargerlardner

Ορισμός και σημασία του "larder"στα αγγλικά

01

σιτοφυλάκιο, ντουλάπι με τρόφιμα

a cupboard or small room found in people's houses, particularly in the past, in order to store food 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
larders
02

σιτοφυλάκιο, προμήθεια τροφίμων

a supply of food especially for a household 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store