Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Larder
01
σιτοφυλάκιο, ντουλάπι με τρόφιμα
a cupboard or small room found in people's houses, particularly in the past, in order to store food
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
larders
02
σιτοφυλάκιο, προμήθεια τροφίμων
a supply of food especially for a household



























