larceny
lar
ˈlɑ:
laa
ce
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "larceny"στα αγγλικά

01

κλοπή, κλεψιά

the act of stealing something from someone, especially without breaking into a building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was charged with larceny after taking the car. 

Κατηγορήθηκε για κλοπή αφού πήρε το αυτοκίνητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store