landslide
Pronunciation
/ˈɫænˌsɫaɪd/, /ˈɫændˌsɫaɪd/

Ορισμός και σημασία του "landslide"στα αγγλικά

01

κατολίσθηση, καθίζηση

a sudden fall of a large mass of dirt or rock down a mountainside or cliff
landslide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landslides
Παραδείγματα
The government issued a warning to residents about the risk of landslides during the storm.
Η κυβέρνηση εξέδειξε προειδοποίηση στους κατοίκους για τον κίνδυνο κατολίσθησης κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
02

συντριπτική νίκη, θρίαμβος

an election result in which a candidate or party wins by a very large margin
Παραδείγματα
He achieved a landslide win in the mayoral race.
Κέρδισε μια συντριπτική νίκη στον αγώνα για δήμαρχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store