Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to land up
01
καταλήγω, βρίσκομαι
to reach a particular situation or place, often unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
land
ενεστώτας
land up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lands up
ενεστώτα μετοχή
landing up
απλός αόριστος
landed up
παθητική μετοχή
landed up
Παραδείγματα
We traveled around for a while and landed up in Seattle.
Ταξιδέψαμε για λίγο και καταλήξαμε στο Σιάτλ.
02
γεμίζω με χώμα, καλύπτω με χώμα
to fill or cover with earth
Παραδείγματα
The farmers landed up the field to prevent erosion.
Οι αγρότες γέμισαν το χωράφι για να αποτρέψουν τη διάβρωση.



























