Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to land up
[phrase form: land]
01
καταλήγω, βρίσκομαι
to reach a particular situation or place, often unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
land
ενεστώτας
land up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lands up
ενεστώτα μετοχή
landing up
απλός αόριστος
landed up
παθητική μετοχή
landed up
Παραδείγματα
The lost hikers landed up at a ranger station, safe and sound.
Οι χαμένοι πεζοπόροι κατέληξαν σε ένα σταθμό δασοφυλάκων, ασφαλείς και υγιείς.
02
γεμίζω με χώμα, καλύπτω με χώμα
to fill or cover with earth
Παραδείγματα
The construction workers landed up the old landfill to create a new park.
Οι εργάτες κατασκευής έγραψαν την παλιά χωματερή για να δημιουργήσουν ένα νέο πάρκο.



























