landfill
land
ˈlænd
lānd
fill
fɪl
fil
landfall

Ορισμός και σημασία του "landfill"στα αγγλικά

01

χωματερή, νεκροταφείο σκουπιδιών

a piece of land under which waste material is buried 
Dialectamerican flagAmerican
landfill definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landfills
Παραδείγματα
The city opened a new landfill to accommodate its growing waste management needs. 

Η πόλη άνοιξε μια νέα χωματερή για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες ανάγκες διαχείρισης απορριμμάτων της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store