Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Landau
01
λαντό, τετράτροχο άμαξα με αναδιπλούμενο δίμερης οροφή
a four-wheeled, horse-drawn carriage with a folding two-part roof that can be opened or closed, typically used for formal occasions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
landaus
Παραδείγματα
The queen waved to the crowd from her open landau.
Η βασίλισσα χαιρέτησε το πλήθος από το ανοιχτό της λαντό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
landaulet
landau



























