lance
lance
lɑ:ns
laans
launcelange

Ορισμός και σημασία του "lance"στα αγγλικά

01

λόγχη, ακόντιο

a long, pointed weapon designed for thrusting, often used by cavalry 
lance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lances
Παραδείγματα
Knights charged the enemy line with lance in hand. 

Οι ιππότες επιτέθηκαν στη γραμμή του εχθρού με λόγχη στο χέρι.

02

καμάκι, λόγχη

a pole-like tool with a barbed tip, used for spearing or catching fish 
Παραδείγματα
Fishermen employed a lance to catch eels in the river. 

Οι ψαράδες χρησιμοποιούσαν ένα ακόντιο για να πιάσουν χέλια στο ποτάμι.

03

λανσέτα, χειρουργικό μαχαίρι με διπλή λεπίδα

a small, pointed surgical instrument with a double-edged blade, used for punctures or minor incisions 
Παραδείγματα
The doctor used a lance to drain the abscess. 

Ο γιατρός χρησιμοποίησε ένα λανσέτα για να αποστραγγίσει τον απόστημα.

to lance
01

τρυπώ, τομή

to pierce or open tissue with a small, pointed surgical instrument 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lance
γ΄ ενικό πρόσωπο
lances
ενεστώτα μετοχή
lancing
απλός αόριστος
lanced
παθητική μετοχή
lanced
Παραδείγματα
The doctor lanced the abscess to release the pus. 

Ο γιατρός έκανε τομή στον απόστημα για να απελευθερώσει το πύον.

02

διαπεραιώνω, τρυπώ

to thrust or strike with a long-pointed weapon 
Παραδείγματα
The knight skillfully lanced his opponent during the jousting competition. 

Ο ιππότης επιδέξια έσπρωξε τον αντίπαλο του κατά τη διάρκεια του αγώνα ιππομαχίας.

03

διασχίζω, διαπερνώ

to move swiftly or forcefully, as if cutting through space or obstacles 
Παραδείγματα
The boat lanced through the waves at high speed. 

Η βάρκα διέσχισε τα κύματα με μεγάλη ταχύτητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store