Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lamp
01
λάμπα, φωτιστικό
an object that can give light by using electricity or burning gas or oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lamps
Παραδείγματα
She turned on the lamp to read her book before bed.
Άναψε τη λάμπα για να διαβάσει το βιβλίο της πριν κοιμηθεί.
02
λάμπα, φωτιστικό
an artificial source of visible illumination



























