Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lam
01
το σκάω, φεύγω τρέχοντας
flee; take to one's heels; cut and run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lam
γ΄ ενικό πρόσωπο
lams
ενεστώτα μετοχή
lamming
απλός αόριστος
lammed
παθητική μετοχή
lammed
02
δέρνω, χτυπώ δυνατά
give a thrashing to; beat hard
Lam
01
γρήγορη απόδραση, φυγή
a rapid escape (as by criminals)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lams



























