to lam
Pronunciation
/ˈlæm/

Ορισμός και σημασία του "lam"στα αγγλικά

to lam
01

το σκάω, φεύγω τρέχοντας

flee; take to one's heels; cut and run
to lam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lam
γ΄ ενικό πρόσωπο
lams
ενεστώτα μετοχή
lamming
απλός αόριστος
lammed
παθητική μετοχή
lammed
02

δέρνω, χτυπώ δυνατά

give a thrashing to; beat hard
01

γρήγορη απόδραση, φυγή

a rapid escape (as by criminals)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lams
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store