laggard
la
ˈlæ
λαι
ggard
gɜrd
γκερρντ
/lˈæɡəd/

Ορισμός και σημασία του "laggard"στα αγγλικά

01

υστερών, αργός

a person, organization, or entity that moves, acts, or responds more slowly than others
Παραδείγματα
Governments should not be laggards in addressing climate change.
Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να είναι υστερήσεις στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
01

υστερών, αργός

sluggish or falling behind in progress, development, or pace compared to others
Παραδείγματα
The laggard response from the government hindered effective disaster relief efforts.
Η βραδύτερη απάντηση της κυβέρνησης εμπόδισε τις αποτελεσματικές προσπάθειες αντιμετώπισης καταστροφών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store