Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ladybug
01
πασχαλίτσα, κοκκινοσκούφι
a small flying insect which is usually red with black spots
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ladybugs
Παραδείγματα
Farmers appreciate ladybugs for their natural pest control abilities in the fields.
Οι αγρότες εκτιμούν τις πασχαλίτσες για τις φυσικές τους ικανότητες στον έλεγχο των παρασίτων στα χωράφια.
Λεξικό Δέντρο
ladybug
lady
bug



























