Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ladder
01
σκάλα, κλιμακοστάσιο
a piece of equipment with a set of steps that are connected to two long bars, used for climbing up and down a height
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ladders
Παραδείγματα
The ladder was too short to reach the attic, so they had to find a longer one.
Η σκάλα ήταν πολύ κοντή για να φτάσει στη σοφίτα, έτσι έπρεπε να βρουν μια μεγαλύτερη.
03
σκάλα, σκαλί
ascending stages by which somebody or something can progress
to ladder
01
ξεφτιλίζομαι, ξετυλίγομαι
come unraveled or undone as if by snagging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ladder
γ΄ ενικό πρόσωπο
ladders
ενεστώτα μετοχή
laddering
απλός αόριστος
laddered
παθητική μετοχή
laddered



























