laconic
la
co
ˈkɒ
ko
nic
nɪk
nik
avionicdemonicchronichedonic

Ορισμός και σημασία του "laconic"στα αγγλικά

01

λακωνικός, συνοπτικός

conveying something whilst using a very small number of words 
laconic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laconic
συγκριτικός βαθμός
more laconic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His laconic reply left everyone wondering about his true feelings. 

Η λακωνική του απάντηση άφησε όλους να αναρωτιούνται για τα πραγματικά του συναισθήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store