laconic
la
λα
co
ˈkɑ
κα
nic
nɪk
νικ
/lækˈɒnɪk/

Ορισμός και σημασία του "laconic"στα αγγλικά

01

λακωνικός, συνοπτικός

conveying something whilst using a very small number of words
laconic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laconic
συγκριτικός βαθμός
more laconic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
During the meeting, her laconic comments made a strong impact.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, τα λακωνικά σχόλιά της είχαν ισχυρή επίδραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store