laborer
la
ˈleɪ
λει
bo
μπα
rer
ər
αρ
labourer

Ορισμός και σημασία του "laborer"στα αγγλικά

01

εργάτης, χειρώνακτας

someone whose job includes heavy physical work that does not require much skill 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
laborers
αρσενικό ενικό
laborer
θηλυκό ενικό
laborer
neutral form
worker
Παραδείγματα
The laborer worked tirelessly to unload heavy crates from the truck. 

Ο εργάτης εργάστηκε ακούραστα για να ξεφορτώσει βαριές κιβώτια από το φορτηγό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

laborer
labor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store