labile
Pronunciation
/lˈeɪbaɪl/

Ορισμός και σημασία του "labile"στα αγγλικά

01

ασταθής, μεταβλητός

unstable in condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most labile
συγκριτικός βαθμός
more labile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The relationship was labile, prone to sudden disagreements.
Η σχέση ήταν ασταθής, επιρρεπής σε ξαφνικές διαφωνίες.
02

ασταθής, ευμετάβλητος

readily undergoing change, transformation, or decomposition in chemical or biological systems
Παραδείγματα
Labile organic matter in compost breaks down quickly under microbial action.
Η ασταθής οργανική ύλη στο κομπόστ αποσυντίθεται γρήγορα υπό την επίδραση των μικροβίων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store