Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
labile
01
ασταθής, μεταβλητός
unstable in condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most labile
συγκριτικός βαθμός
more labile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His labile mood swung from elation to despair within hours.
Η ασταθής διάθεσή του ταλαντεύτηκε από την έκσταση στην απελπισία μέσα σε ώρες.
02
ασταθής, ευμετάβλητος
readily undergoing change, transformation, or decomposition in chemical or biological systems
Παραδείγματα
Labile phosphate in soil rapidly converts to plant-available forms.
Το ασταθές φωσφορικό στο έδαφος μετατρέπεται γρήγορα σε μορφές διαθέσιμες για τα φυτά.



























