knife
knife
naɪf
naif
skyfstrifereciferife

Ορισμός και σημασία του "knife"στα αγγλικά

01

μαχαίρι, λεπίδα

a sharp blade with a handle that is used for cutting or as a weapon 
knife definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knives
Παραδείγματα
He carefully peeled the apple with a sharp knife. 

Ξεφλούδισε προσεκτικά το μήλο με ένα αιχμηρό μαχαίρι.

02

μαχαίρι, στιλέτο

a weapon with a handle and blade with a sharp point 
03

λεπίδα, προεξοχή

any long thin projection that is transient 
to knife
01

κόβω με μαχαίρι, μαχαιρώνω

use a knife on 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knife
γ΄ ενικό πρόσωπο
knifes
ενεστώτα μετοχή
knifing
απλός αόριστος
knifed
παθητική μετοχή
knifed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store