Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knife
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knives
Παραδείγματα
He carefully peeled the apple with a sharp knife.
Ξεφλούδισε προσεκτικά το μήλο με ένα αιχμηρό μαχαίρι.
02
μαχαίρι, στιλέτο
a weapon with a handle and blade with a sharp point
03
λεπίδα, προεξοχή
any long thin projection that is transient
to knife
01
κόβω με μαχαίρι, μαχαιρώνω
use a knife on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knife
γ΄ ενικό πρόσωπο
knifes
ενεστώτα μετοχή
knifing
απλός αόριστος
knifed
παθητική μετοχή
knifed
Λεξικό Δέντρο
knifelike
knife



























