knife
Pronunciation
/naɪf/

Ορισμός και σημασία του "knife"στα αγγλικά

01

μαχαίρι, λεπίδα

a sharp blade with a handle that is used for cutting or as a weapon
knife definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knives
Παραδείγματα
We used the chef 's knife to chop the onions.
Χρησιμοποιήσαμε το μαχαίρι του σεφ για να κόψουμε τα κρεμμύδια.
02

μαχαίρι, στιλέτο

a weapon with a handle and blade with a sharp point
03

λεπίδα, προεξοχή

any long thin projection that is transient
to knife
01

κόβω με μαχαίρι, μαχαιρώνω

use a knife on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knife
γ΄ ενικό πρόσωπο
knifes
ενεστώτα μετοχή
knifing
απλός αόριστος
knifed
παθητική μετοχή
knifed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store