knack
Pronunciation
/ˈnæk/

Ορισμός και σημασία του "knack"στα αγγλικά

01

τάλαντο, ικανότητα

a special skill, ability, or talent to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knacks
Παραδείγματα
They hired her because of her knack for designing creative marketing campaigns.
Την προσέλαβαν λόγω της ικανότητάς της να σχεδιάζει δημιουργικές καμπάνιες μάρκετινγκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store