knack
knack
næk
nāk
knock

Ορισμός και σημασία του "knack"στα αγγλικά

01

τάλαντο, ικανότητα

a special skill, ability, or talent to do something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
knacks
Παραδείγματα
She has a knack for solving difficult math problems. 

Έχει ένα χάρισμα στην επίλυση δύσκολων μαθηματικών προβλημάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store