Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kleptomaniac
01
κλεπτομανής, κλεπτόμανης
someone who experiences an irresistible impulse to steal items, typically without any personal need or financial motive
Παραδείγματα
Despite facing legal consequences for her actions, the kleptomaniac found it difficult to resist the urge to steal, even at the risk of getting caught.
Παρά τις νομικές συνέπειες για τις πράξεις της, η κλεπτομανής βρήκε δύσκολο να αντισταθεί στην παρόρμηση να κλέψει, ακόμη και με τον κίνδυνο να πιαστεί.



























