Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
King
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
kings
αρσενικό ενικό
king
θηλυκό ενικό
queen
neutral form
monarch
Παραδείγματα
The king ruled over the kingdom with wisdom and compassion.
Ο βασιλιάς κυβέρνησε το βασίλειο με σοφία και συμπόνια.
02
βασιλιάς, βασιλιάς (σκάκι)
a chess piece that is the weakest but most important piece whose capture ends the game
Παραδείγματα
Protecting the king is the primary goal in chess.
Η προστασία του βασιλιά είναι ο κύριος στόχος στο σκάκι.
03
μεγιστάνας, βαρόνος
a businessman who is extremely wealthy or influential
Παραδείγματα
He became a real estate king after decades of investment.
Έγινε βασιλιάς της ακίνητης περιουσίας μετά από δεκαετίες επενδύσεων.
04
κύριος, βασιλιάς
a competitor holding a dominant position in a particular area
Παραδείγματα
He is the king of the tennis world after winning multiple championships.
Είναι ο βασιλιάς του κόσμου του τένις μετά τη νίκη σε πολλαπλά πρωταθλήματα.
05
βασιλιάς, βασιλιάς (χαρτί)
a playing card bearing the image of a king
Παραδείγματα
He drew a king from the deck.
Τράβηξε έναν βασιλιά από την τράπουλα.
06
βασίλισσα, βασιλιάς
(in checkers) a piece promoted after reaching the opponent's first row, able to move forward or backward
Παραδείγματα
He moved his piece to the back row to become a king.
Μετακίνησε το πιόνι του στην πίσω σειρά για να γίνει βασιλιάς.
07
βασιλιάς, κύριος
a person, typically male, who is respected, admirable, or praiseworthy
αργκό
Παραδείγματα
He's a king for helping out his friends.
Είναι βασιλιάς που βοηθάει τους φίλους του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kingdom
kinglet
kinglike
king



























