Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kindred
01
συγγενής, παρόμοιος
of a similar classification and quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kindred
συγκριτικός βαθμός
more kindred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two paintings showcased at the art gallery were of kindred styles, both displaying vibrant colors and abstract forms.
Οι δύο πίνακες που εκτέθηκαν στην πινακοθήκη ήταν συγγενικών στυλ, και οι δύο εμφανίζοντας ζωηρά χρώματα και αφηρημένες μορφές.
02
συγγενής, οικείος
related by blood or marriage
Kindred
01
συγγενείς, οικογένεια
group of people related by blood or marriage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























