kindred
kind
kaɪnd
kaind
red
rɛd
red
kindled

Ορισμός και σημασία του "kindred"στα αγγλικά

01

συγγενής, παρόμοιος

of a similar classification and quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kindred
συγκριτικός βαθμός
more kindred
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
similarity, classification, quality
Παραδείγματα
The two films shared a kindred cinematography, employing visually stunning shots and creative camera angles. 

Οι δύο ταινίες μοιράστηκαν μια συγγενή κινηματογραφία, χρησιμοποιώντας οπτικά εντυπωσιακές λήψεις και δημιουργικές γωνίες κάμερας.

02

συγγενής, οικείος

related by blood or marriage 
01

συγγενείς, οικογένεια

group of people related by blood or marriage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store