Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kidnapping
01
απαγωγή, αρπαγή
the act of taking someone against their will and imprisoning them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
International agencies are working together to prevent child kidnapping.
Διεθνείς οργανισμοί συνεργάζονται για την πρόληψη της απαγωγής παιδιών.
Λεξικό Δέντρο
kidnapping
kidnap
kid
nap



























