armpit
Pronunciation
/ˈɑrmˌpɪt/

Ορισμός και σημασία του "armpit"στα αγγλικά

01

μασχάλη, κοιλότητα της μασχάλης

the part under the shoulder that is hollow
armpit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armpits
Παραδείγματα
The shirt had stains under the armpits from excessive sweating.
Το πουκάμισο είχε λεκέδες κάτω από τις μασχάλες από την υπερβολική εφίδρωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store