Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Keystone
01
ακρογωνιαίος λίθος, κλειδί της αψίδας
a stone located at the top center of an arch, keeping all the other stones together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keystones
Παραδείγματα
The Art Deco façade was embellished with geometric motifs, including a stylized keystone at the center of each archway, adding a touch of modern elegance.
Η πρόσοψη Art Deco ήταν διακοσμημένη με γεωμετρικά μοτίβα, συμπεριλαμβανομένου ενός στυλιζαρισμένου κλειδιού στο κέντρο κάθε αψίδας, προσθέτοντας μια πινελιά μοντέρνας κομψότητας.
02
ακρογωνιαίος λίθος, κεντρικό στοιχείο
a central element or factor that provides essential support or cohesion to a system or concept
Παραδείγματα
Ethics act as the keystone in the company's corporate culture.
Η ηθική λειτουργεί ως ακρογωνιαίος λίθος στην εταιρική κουλτούρα της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
keystone
key
stone



























