Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Keystone
01
ακρογωνιαίος λίθος, κλειδί της αψίδας
a stone located at the top center of an arch, keeping all the other stones together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keystones
Παραδείγματα
The archway was supported by a central keystone, which locked the structure into place and distributed the weight evenly.
Η αψίδα υποστηριζόταν από ένα κεντρικό ακρογωνιαίο λίθο, που κλείδωνε την κατασκευή στη θέση της και κατανέμονταν το βάρος ομοιόμορφα.
02
ακρογωνιαίος λίθος, κεντρικό στοιχείο
a central element or factor that provides essential support or cohesion to a system or concept
Παραδείγματα
Trust is the keystone of any successful relationship.
Η εμπιστοσύνη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε επιτυχημένης σχέσης.
Λεξικό Δέντρο
keystone
key
stone



























