Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Armored car
01
θωρακισμένο όχημα, οπλισμένο αυτοκίνητο
a military combat vehicle on wheels with light armor, often equipped with a machine gun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
armored cars
Παραδείγματα
The armored car provided cover for advancing troops in hostile territory.
Το θωρακισμένο όχημα παρείχε κάλυψη για τα προωθούμενα στρατεύματα σε εχθρικό έδαφος.
02
θωρακισμένο αυτοκίνητο, θωρακισμένο φορτηγό
an armor-plated truck with reinforced doors and locks, designed to securely transport money or valuables
Παραδείγματα
The armored car company ensures safe transportation of financial assets.
Η εταιρεία θωρακισμένων αυτοκινήτων διασφαλίζει την ασφαλή μεταφορά χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.



























