Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep on
01
συνεχίζω, εξακολουθώ
to continue an action or state without interruption
Transitive: to keep on doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep on
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps on
ενεστώτα μετοχή
keeping on
απλός αόριστος
kept on
παθητική μετοχή
kept on
Παραδείγματα
The music kept on playing throughout the evening.
Η μουσική συνέχιζε να παίζει καθ' όλη τη διάρκεια του βραδιού.
02
κρατώ, συνεχίζω να απασχολώ
to continue employing someone
Transitive: to keep on an employee
Παραδείγματα
The company decided to keep on their most experienced employees during the restructuring.
Η εταιρεία αποφάσισε να κρατήσει τους πιο έμπειρους υπαλλήλους της κατά την αναδιάρθρωση.
03
συνεχίζω να νοικιάζω, κρατώ σε ενοικίαση
to continue renting a house, apartment, or other property
Transitive: to keep on a property
Παραδείγματα
We're planning to keep the house on over the summer so we can enjoy the vacation season.
Σχεδιάζουμε να κρατήσουμε το σπίτι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού για να μπορούμε να απολαύσουμε τη σεζόν των διακοπών.
04
συνεχίζω να μιλάω, επιμένω
to persistently talk to a person about something or someone, often in an annoying manner
Intransitive: to keep on at sb | to keep on about sth
Παραδείγματα
She won't stop keeping on about her new car; it's becoming tiresome.
Δεν θα σταματήσει να συνεχίζει να μιλάει για το καινούριο της αυτοκίνητο· γίνεται κουραστικό.



























