Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keel over
01
καταρρέω, πέφτω ξαφνικά
to suddenly fall over, particularly due to feeling ill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
keel
ενεστώτας
keel over
γ΄ ενικό πρόσωπο
keels over
ενεστώτα μετοχή
keeling over
απλός αόριστος
keeled over
παθητική μετοχή
keeled over



























