to keel over
Pronunciation
/kˈiːl ˈoʊvɚ/

Ορισμός και σημασία του "keel over"στα αγγλικά

to keel over
01

καταρρέω, πέφτω ξαφνικά

to suddenly fall over, particularly due to feeling ill
to keel over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
keel
ενεστώτας
keel over
γ΄ ενικό πρόσωπο
keels over
ενεστώτα μετοχή
keeling over
απλός αόριστος
keeled over
παθητική μετοχή
keeled over
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store