Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to absquatulate
01
ξεφεύγω, εξαφανίζομαι
to leave abruptly or hurriedly, especially to avoid a difficult or awkward situation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
absquatulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
absquatulates
ενεστώτα μετοχή
absquatulating
απλός αόριστος
absquatulated
παθητική μετοχή
absquatulated
Παραδείγματα
Feeling uncomfortable at the party, Jerry decided to absquatulate without saying goodbye to anyone.
Αισθανόμενος άβολα στο πάρτι, ο Τζέρι αποφάσισε να φύγει κρυφά χωρίς να πει αντίο σε κανέναν.



























