Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to absquatulate
01
ξεφεύγω, εξαφανίζομαι
to leave abruptly or hurriedly, especially to avoid a difficult or awkward situation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
absquatulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
absquatulates
ενεστώτα μετοχή
absquatulating
απλός αόριστος
absquatulated
παθητική μετοχή
absquatulated
Παραδείγματα
The cat, not a fan of the bath, managed to absquatulate from the bathtub before getting wet.
Η γάτα, που δεν είναι θαυμαστής του μπάνιου, κατάφερε να ξεφύγει από την μπανιέρα πριν βραχεί.



























