Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jut
01
προεξοχή, προβολή
the act of projecting out from something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
juts
02
προεξοχή, εξόγκωμα
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
to jut
01
προεξέχω, ξεχωλίζω
to protrude from the intended area or stick out beyond the edge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jut
γ΄ ενικό πρόσωπο
juts
ενεστώτα μετοχή
jutting
απλός αόριστος
jutted
παθητική μετοχή
jutted



























