Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arm-twisting
01
πίεση, αναγκασμός
the act of forcing someone, sometimes even physically, to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























