jury duty
jury
ʤʊəri
jueri
duty
dju:ti
dyooti

Ορισμός και σημασία του "jury duty"στα αγγλικά

01

καθήκον ενόρκου, υπηρεσία ενόρκου

a civic obligation requiring individuals to serve as members of a jury in a court of law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She was summoned for jury duty and had to report to the courthouse for potential selection. 

Κλήθηκε για υπηρεσία ενόρκων και έπρεπε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο για πιθανή επιλογή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store