Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Juror
01
ένορκος, μέλος κριτικής επιτροπής
an individual in a group of people summoned by a court to make an unbiased decision on a case
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jurors



























