Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jurist
01
νομικός, νομικός λόγιος
a legal scholar versed in civil law or the law of nations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jurists
02
νομικός, δικαστής
a legal expert or official who has the authority to make decisions in a court of law
Παραδείγματα
The jurist delivered a detailed ruling on the case.
Ο νομικός εξέδωσε μια λεπτομερή απόφαση στην υπόθεση.
Λεξικό Δέντρο
juristic
jurist
jury



























