jurist
ju
ˈdʒɔ:
dzhaw
rist
rɪst
rist

Ορισμός και σημασία του "jurist"στα αγγλικά

01

νομικός, νομικός λόγιος

a legal scholar versed in civil law or the law of nations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jurists
02

νομικός, δικαστής

a legal expert or official who has the authority to make decisions in a court of law 
Παραδείγματα
The jurist delivered a detailed ruling on the case. 

Ο νομικός εξέδωσε μια λεπτομερή απόφαση στην υπόθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store