Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jumpy
01
νευρικός, ακανόνιστης κίνησης
causing or characterized by jolts and irregular movements
02
νευρικός, ανήσυχος
easily startled or anxious, often due to nervousness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jumpiest
συγκριτικός βαθμός
jumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt jumpy before her big presentation, unable to sit still in her chair.
Ένιωθε νευρική πριν από τη μεγάλη της παρουσίαση, ανίκανη να καθίσει ακίνητη στην καρέκλα της.
Λεξικό Δέντρο
jumpiness
jumpy
jump



























