jumpy
jum
ˈʤʌm
jam
py
pi
pi
lumpybumpydumpyfrumpy

Ορισμός και σημασία του "jumpy"στα αγγλικά

01

νευρικός, ακανόνιστης κίνησης

causing or characterized by jolts and irregular movements 
jumpy definition and meaning
02

νευρικός, ανήσυχος

easily startled or anxious, often due to nervousness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jumpiest
συγκριτικός βαθμός
jumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt jumpy before her big presentation, unable to sit still in her chair. 

Ένιωθε νευρική πριν από τη μεγάλη της παρουσίαση, ανίκανη να καθίσει ακίνητη στην καρέκλα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store