jumbled
jum
ˈʤʌm
jam
bled
bəld
bēld
humbled

Ορισμός και σημασία του "jumbled"στα αγγλικά

01

ανακατεμένος, ακατάστατος

mixed up in a disorganized or chaotic manner, making it difficult to understand or interpret 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jumbled
συγκριτικός βαθμός
more jumbled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
order, perception, communication
Παραδείγματα
The jumbled papers on his desk made it hard to find the report. 

Τα ανακατεμένα χαρτιά στο γραφείο του έκαναν δύσκολη την εύρεση της αναφοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jumbled
jumble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store