Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joyously
01
χαρούμενα, με χαρά
in a way that expresses or is full of deep happiness, celebration, or delight
Παραδείγματα
He greeted his family joyously after months away.
Χαιρέτησε την οικογένειά του με χαρά μετά από μήνες απουσίας.
Λεξικό Δέντρο
joyously
joyous
joy



























