Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joyously
01
χαρούμενα, με χαρά
in a way that expresses or is full of deep happiness, celebration, or delight
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The crowd cheered joyously as the team scored the winning goal.
Το πλήθος ζητωκραύγασε χαρούμενα όταν η ομάδα σκόραρε το νικητήριο γκολ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
joyously
joyous
joy



























